αλεξανδρινός στίχος

Με τον όρο αυτό παρέμεινε στη γαλλική ποίηση η μορφή του δωδεκασύλλαβου στίχου, που χρησιμοποίησε ο ποιητής Αλεξάντρ Ντι Μπερνέ, ο επιλεγόμενος Παρισινός, όταν τον 12o αι. διασκεύασε σε ηρωικούς δωδεκασύλλαβους το γαλλικό μεσαιωνικό ποίημα του Λαμπέρ Λε Τορ, Αλέξανδρος ο Μέγας. Τον α.σ. χρησιμοποίησε και ο Ρονσάρ σε ορισμένα ποιήματά του. Χρησιμοποιήθηκε επίσης από τους Γάλλους κλασικούς στα έπη, στις τραγωδίες και στις κωμωδίες τους και, ανάμεικτος με άλλα μέτρα, στη σάτιρα, στη λυρική και στη διδακτική ποίηση. Στην ελληνική ποίηση, τα ελάχιστα δείγματα του μέτρου αυτού δεν ικανοποιούν αισθητικά. Ο Κωνσταντίνος Καβάφης υπήρξε ο σημαντικότερος ο νεότερος Έλληνας αλεξανδρινός ποιητής. Ο Πιερ ντε Ρονσάρ, Γάλλος ποιητής του 16ου αι., στην προσπάθεια του να μιμηθεί τους μεγάλους Έλληνες κλασικούς, χρησιμοποίησε και τον αλεξανδρινό στίχο.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αλεξανδρινός — και ντρινός, ή, ό 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην Αλεξάνδρεια ή που προέρχεται από αυτήν 2. αυτός που κατάγεται από την Αλεξάνδρεια 3. αλεξανδρινοί χρόνοι, οι χρόνοι τών διαδόχων τού Μ. Αλεξάνδρου (αλλ. ελληνιστικοί) 4. αλεξανδρινή τέχνη ή… …   Dictionary of Greek

  • στίχος — Σειρά από συλλαβές με μεταβλητό αριθμό, ρυθμικά τακτοποιημένες κατά αρμονικές περιόδους. Ο ρυθμός που προκύπτει οφείλεται στην κατάλληλη εναλλαγή ισχυρών (άρση) και ασθενών χρόνων (θέση), που μπορεί να γίνει ή με το ποσοτικό (προσωδιακό) σύστημα …   Dictionary of Greek

  • Αλέξανδρος ο Μέγας — (Πέλλα 356 – Βαβυλώνα 323 π.Χ.). Βασιλιάς της Μακεδονίας (336–323), γιος του Φιλίππου B’ και της Ολυμπιάδας, κόρης του βασιλιά των Μολοσσών της Ηπείρου Νεοπτολέμου. Προικισμένος με σπάνια σωματική αντοχή και δύναμη (που του επέτρεψε να γυμνάσει… …   Dictionary of Greek

  • Σεφέρης, Γιώργος — (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Γεώργιου Σεφεριάδη). Έλληνας ποιητής και διπλωμάτης (Σμύρνη 1900 Αθήνα 1971). Γιος του καθηγητή Στυλιανού Σεφεριάδη, πέρασε τα παιδικά του χρόνια και την πρώτη εφηβεία στη γενέτειρα του. Όταν ξέσπασε ο A’ Παγκόσμιος… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.